Έρχεται ο Λένιν να μιλήσει σε μία συγκέντρωση στη πλατεία Συντάγματος. Καθώς είναι στην εξέδρα και είναι έτοιμος να μιλήσει ο κόσμος φωνάζει:
-Λένον, Λένον, Λένον, Λένον!
- Συγνώμη... Λένιν με λένε, όχι Λένον !
Ο κόσμος σταματάει λίγο και συνεχίζει
-Λένον! Λένον! Λένον! Λένον!
Ο Λένιν χτυπά το μικρόφωνο για να πάρει την προσοχή του κόσμου και επαναλαμβάνει
-Ρε παιδιά, ποιος Λενον; Λένιν!
Ο κόσμος ακόμη πιο έντονα
-Λένον! Λένον! Λένον! Λένον!
Ο Λένιν λίγο τρελαμένος λέει
- Βρε σύντροφοι Λένιν Λένιν, ξεχάστε τον Λένον!
Ο κόσμος σε υστερικό βαθμό φωνάζει
-Λένον, Λένον, Λένον, Λένον, Λένον, Λένον, Λένον, Λένον!
Και ο Λένιν
- Δε γ@μ..ται: imagine all the people...
Έχετε κάποιο ανέκδοτο και θέλεται να το μοιραστείτε? Στείλτε μας το ανεκδότο σας απλά πατώντας ΕΔΩ και εμείς θα το δημοσιεύσουμε αμέσως.
Τι ψάχνει μια ξανθιά στο νεκροταφίο?
Τι ψάχνει μια ξανθιά στο νεκροταφίο?
.....
.....
.....
Σκελετό για τα γυαλιά της.
.....
.....
.....
Σκελετό για τα γυαλιά της.
Η λογική...
Ήταν μια φορά ο Πέτρος και βλέπει το φίλο του τον Κώστα σκεφτικό.
-Γιατί είσαι τόσο σκεφτικός;του λέει
-Σπουδάζω μια νέα επιστήμη.
-Ποια;
-Τη λογική.
-Δηλαδή;
-Τι έχεις στο σπίτι σου που σου αρέσει πάρα πολύ;
-Το ενυδρείο μου,του λέει ο Πέτρος.
-Δηλαδή σου αρέσουν οι παραλίες.
-Ναι.
-Δηαλαδή σου αρέσει η άμμος.
-Ναι.
-Δηλαδή σου αρέσουν τα ψάρια.
-Ναι.
-Οπότε σου αρέσουν και τα μπαράκια στην παραλία.
-Ακριβώς,του λέει ο Πέτρος.
-Δηλαδή σου αρέσουν και τα ξώβιζα τα γκομενάκια με τα έξαλλα τα μαγιώ,λέει ο Κώστας.
-Ναι.
-Άρα είσαι άντρας.
-Ναι ρε Κώστα,μπράβο.Ωραία η λογική.
Φεύγει ο Πέτρος εντυπωσιασμένος από τη λογική του Κώστα και συναντάει έναν άλλο φίλο του,τον Γιώργο.
-Γεια σου ρε Γιώργο.Τώρα συνάντησα τον Κώστα και μου έμαθε μια νέα επιστήμη,τη λογική.Θες να στη δείξω;
-Ναι.Για πες,του λέει ο Γιώργος.
-Έχεις ενυδρείο σπίτι σου;
-Όχι.
-Ε είσαι πούστης!
-Γιατί είσαι τόσο σκεφτικός;του λέει
-Σπουδάζω μια νέα επιστήμη.
-Ποια;
-Τη λογική.
-Δηλαδή;
-Τι έχεις στο σπίτι σου που σου αρέσει πάρα πολύ;
-Το ενυδρείο μου,του λέει ο Πέτρος.
-Δηλαδή σου αρέσουν οι παραλίες.
-Ναι.
-Δηαλαδή σου αρέσει η άμμος.
-Ναι.
-Δηλαδή σου αρέσουν τα ψάρια.
-Ναι.
-Οπότε σου αρέσουν και τα μπαράκια στην παραλία.
-Ακριβώς,του λέει ο Πέτρος.
-Δηλαδή σου αρέσουν και τα ξώβιζα τα γκομενάκια με τα έξαλλα τα μαγιώ,λέει ο Κώστας.
-Ναι.
-Άρα είσαι άντρας.
-Ναι ρε Κώστα,μπράβο.Ωραία η λογική.
Φεύγει ο Πέτρος εντυπωσιασμένος από τη λογική του Κώστα και συναντάει έναν άλλο φίλο του,τον Γιώργο.
-Γεια σου ρε Γιώργο.Τώρα συνάντησα τον Κώστα και μου έμαθε μια νέα επιστήμη,τη λογική.Θες να στη δείξω;
-Ναι.Για πες,του λέει ο Γιώργος.
-Έχεις ενυδρείο σπίτι σου;
-Όχι.
-Ε είσαι πούστης!
Πάει ένα άλογο σε ένα μπαρ...
Πάει ένα άλογο σε ένα μπαρ. Κοιτάζει δεξιά, βλέπει τρεις σκαντζόχοιρους. Κοιτάζει αριστερά, βλέπει ένα παγόνι παρέα με μία καμηλοπάρδαλη. Κοιτάζει πίσω, βλέπει 3 σκύλους.
Πλησιάζει το μπάρμαν, ζητάει τιμοκατάλογο και μόλις ρίχνει μία ματιά του λέει:
- Με τέτοιες τιμές, πώς περιμένεις να πατήσει άνθρωπος εδώ μέσα;
Πλησιάζει το μπάρμαν, ζητάει τιμοκατάλογο και μόλις ρίχνει μία ματιά του λέει:
- Με τέτοιες τιμές, πώς περιμένεις να πατήσει άνθρωπος εδώ μέσα;
Ο μπαμπάς καρχαρίας εκπαιδεύει...
Ο μπαμπάς καρχαρίας εκπαιδεύει τον νεαρό καρχαρία
- Βλέπουμε τον άνθρωπο, απομακρυνόμαστε, σηκώνουμε πτερύγιο, πάμε αργά προς τα πάνω του, κάνουμε 2 περιστροφές αριστερόστροφες, απομακρυνόμαστε, επιστρέφουμε για άλλες 2 δεξιόστροφες, απομακρυνόμαστε και κάνουμε επίθεση.
Κατάλαβες; πες τα και εσύ.
- Εεε, ναι, τον βλέπουμε, σηκώνουμε πτερύγιο, 1 στροφή αριστερά.
1 δεξιά και τρώμε!
- Όχι, όχι.. πρόσεχε τα βήματα είναι σημαντικά ! Βλέπουμε τον άνθρωπο, απομακρυνόμαστε, σηκώνουμε πτερύγιο, πάμε αργά προς τα πάνω του, κάνουμε 2 περιστροφές αριστερόστροφες, απομακρυνόμαστε, επιστρέφουμε για άλλες 2 δεξιόστροφες, απομακρυνόμαστε και κάνουμε επίθεση. Κατάλαβες τώρα; πες τα και εσύ.
- Μμμ, ναι, τον βλέπω, σηκώνω πτερύγιο, 2 στροφές γύρω του και τρώμε !
- ΟΧΙ ! , ΟΧΙ !, προσπάθησε ξανά..
- Τον βλέπω.., πλησιάζω αργά.., κάνουμε.. 2 στροφές προς τα δεξιά... δεν τα θυμάμαι ρε μπαμπά είναι πολλά...
- E, τι να σου πω... φάτον με τα σκ@τά!
- Βλέπουμε τον άνθρωπο, απομακρυνόμαστε, σηκώνουμε πτερύγιο, πάμε αργά προς τα πάνω του, κάνουμε 2 περιστροφές αριστερόστροφες, απομακρυνόμαστε, επιστρέφουμε για άλλες 2 δεξιόστροφες, απομακρυνόμαστε και κάνουμε επίθεση.
Κατάλαβες; πες τα και εσύ.
- Εεε, ναι, τον βλέπουμε, σηκώνουμε πτερύγιο, 1 στροφή αριστερά.
1 δεξιά και τρώμε!
- Όχι, όχι.. πρόσεχε τα βήματα είναι σημαντικά ! Βλέπουμε τον άνθρωπο, απομακρυνόμαστε, σηκώνουμε πτερύγιο, πάμε αργά προς τα πάνω του, κάνουμε 2 περιστροφές αριστερόστροφες, απομακρυνόμαστε, επιστρέφουμε για άλλες 2 δεξιόστροφες, απομακρυνόμαστε και κάνουμε επίθεση. Κατάλαβες τώρα; πες τα και εσύ.
- Μμμ, ναι, τον βλέπω, σηκώνω πτερύγιο, 2 στροφές γύρω του και τρώμε !
- ΟΧΙ ! , ΟΧΙ !, προσπάθησε ξανά..
- Τον βλέπω.., πλησιάζω αργά.., κάνουμε.. 2 στροφές προς τα δεξιά... δεν τα θυμάμαι ρε μπαμπά είναι πολλά...
- E, τι να σου πω... φάτον με τα σκ@τά!
Ένας τύπος, ανοίγει τη πόρτα ενός κουρείου...
Ένας τύπος, ανοίγει τη πόρτα ενός κουρείου, βάζει το κεφάλι του μέσα και ρωτάει:
- "Περίπου σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;"
Ο κουρέας, ρίχνει μια ματιά στη πελατεία του που περιμένει και απαντάει
- "Σε 2 ώρες".
Ο τύπος φεύγει και λίγες μέρες αργότερα, ξαναχώνει το κεφάλι του στη πόρτα του κουρείου και ρωτάει πάλι - "Περίπου σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;"
Ο κουρέας, ρίχνει μια ματιά στο μαγαζί που ηταν γεμάτο από κόσμο και απαντάει
- "Περίπου σε 3 ώρες".
Ο τύπος φεύγει.
Μία εβδομάδα αργότερα, ξαναχώνει το κεφάλι του στη πόρτα του κουρείου και ρωτάει πάλι
- "Περίπου σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;"
Ο κουρέας, ρίχνει μια ματιά στη πελατεία του που περιμένει και απαντάει
- "Γύρω σε μιάμιση ώρα".
Ο τύπος φεύγει.
Ο κουρέας, τρελλαμένος απο περιέργεια, γυρίζει στον βοηθό του και του λέει:
- "Ρε Βασίλη, αντε ακολούθησε τον αυτόν να δεις που πάει".
Μετά από λίγο, ο Βασίλης επιστρέφει στο μαγαζί σκασμένος στα γέλια.
- "Τί γελάς έτσι ρε Βασίλη", του λέει ο κουρέας. "Πού πήγε ο τύπος που ακολούθησες;"
O Βασίλης απαντάει
- "Σπίτι σου!"
- "Περίπου σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;"
Ο κουρέας, ρίχνει μια ματιά στη πελατεία του που περιμένει και απαντάει
- "Σε 2 ώρες".
Ο τύπος φεύγει και λίγες μέρες αργότερα, ξαναχώνει το κεφάλι του στη πόρτα του κουρείου και ρωτάει πάλι - "Περίπου σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;"
Ο κουρέας, ρίχνει μια ματιά στο μαγαζί που ηταν γεμάτο από κόσμο και απαντάει
- "Περίπου σε 3 ώρες".
Ο τύπος φεύγει.
Μία εβδομάδα αργότερα, ξαναχώνει το κεφάλι του στη πόρτα του κουρείου και ρωτάει πάλι
- "Περίπου σε πόση ώρα μπορείς να με κουρέψεις;"
Ο κουρέας, ρίχνει μια ματιά στη πελατεία του που περιμένει και απαντάει
- "Γύρω σε μιάμιση ώρα".
Ο τύπος φεύγει.
Ο κουρέας, τρελλαμένος απο περιέργεια, γυρίζει στον βοηθό του και του λέει:
- "Ρε Βασίλη, αντε ακολούθησε τον αυτόν να δεις που πάει".
Μετά από λίγο, ο Βασίλης επιστρέφει στο μαγαζί σκασμένος στα γέλια.
- "Τί γελάς έτσι ρε Βασίλη", του λέει ο κουρέας. "Πού πήγε ο τύπος που ακολούθησες;"
O Βασίλης απαντάει
- "Σπίτι σου!"
Η γιαγιά του Τοτού του δίνει λεφτά...
Η γιαγιά του Τοτού του δίνει λεφτά για τα γενέθλια του! Ο Τοτός τα πέρνει και φεύγει αλλά τον σταματάει η μητερα του:
- Τοτέ κάτι ξέχασες να πεις στην γιαγιά σου!
- Τι;
- Τι λέω εγώ στον πατέρα σου κάθε φορά που μου δίνει λεφτά;
- Αααααααααα, λεει ο Τοτος, και απανταει στην γιαγια: μόνο αυτά έχεις;
- Τοτέ κάτι ξέχασες να πεις στην γιαγιά σου!
- Τι;
- Τι λέω εγώ στον πατέρα σου κάθε φορά που μου δίνει λεφτά;
- Αααααααααα, λεει ο Τοτος, και απανταει στην γιαγια: μόνο αυτά έχεις;
Βρέθηκαν μια μέρα στη κόλαση
Βρέθηκαν μια μέρα στη κόλαση ένας Έλληνας , ένας Αμερικάνος κι ένας Ινδός. Τους συναντάει ο διάβολος και τους λέει:
- Σε όσους έρχονται εδώ δίνω μία ευκαιρία να μεταφερθούν στον παράδεισο.
Και βγάζει ένα τεράστιο μαστίγιο λέγοντας:
- Όποιος θα αντέξει τρία χτυπήματα χωρίς να φωνάξει, θα πάει στον παράδεισο. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για ασπίδα ό,τι θέλετε.
Πρώτος πηγαίνει ο Αμερικανός.
- Τί θα έχεις για ασπίδα;, ρωτάει ο διάβολος.
Ο Αμερικάνος σηκώνει μια τεράστια πέτρα και λέει:
- Θα χρησιμοποιήσω αυτή την πέτρα! Είμαι έτοιμος!
Σηκώνει ο διάβολος το μαστίγιο, χτυπάει μια και φεύγει η πέτρα. Χτυπάει δεύτερη και ουρλιάζει σαν τρελός ο Αμερικάνος, οπότε χάνει την ευκαιρία να πάει στον παράδεισο.
Στη συνέχεια ήταν σειρά του Ινδού.
- Τί θα έχεις για ασπίδα;, τον ρωτάει ο διάβολος.
- Τίποτα, λέει ο Ινδός. Έκανα πενήντα χρόνια γιόγκα και δε νιώθω καθόλου πόνο!
Στο πρώτο χτύπημα ο Ινδός ήταν ατάραχος. Στο δεύτερο έκανε κάποιους μορφασμούς και στο τρίτο χτύπημα λίγο περισσότερους. Αλλά δεν έβγαλε κουβέντα από το στόμα του!
- Να πάρει, λέει ο διάβολος, πρώτη φορά αντέχει κάποιος τρία χτυπήματα. Λοιπόν, είσαι ελεύθερος
να πας στον παράδεισο. Το αξίζεις.
- Όχι, λέει ο Ινδός. Θέλω να μείνω και να δω. Σε όλα τα ανέκδοτα ο Έλληνας τη βγάζει καθαρή. Θέλω να δω τώρα πώς θα ξεμπερδέψει!
- Εντάξει, μείνε να βλέπεις, του λέει ο διάβολος.
Έρχεται λοιπόν η σειρά του Έλληνα και τον ρωτάει:
- Εσύ τί θα χρησιμοποιήσεις για ασπίδα;
Και απαντάει ο Έλληνας:
- Τον Ινδό!
- Σε όσους έρχονται εδώ δίνω μία ευκαιρία να μεταφερθούν στον παράδεισο.
Και βγάζει ένα τεράστιο μαστίγιο λέγοντας:
- Όποιος θα αντέξει τρία χτυπήματα χωρίς να φωνάξει, θα πάει στον παράδεισο. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για ασπίδα ό,τι θέλετε.
Πρώτος πηγαίνει ο Αμερικανός.
- Τί θα έχεις για ασπίδα;, ρωτάει ο διάβολος.
Ο Αμερικάνος σηκώνει μια τεράστια πέτρα και λέει:
- Θα χρησιμοποιήσω αυτή την πέτρα! Είμαι έτοιμος!
Σηκώνει ο διάβολος το μαστίγιο, χτυπάει μια και φεύγει η πέτρα. Χτυπάει δεύτερη και ουρλιάζει σαν τρελός ο Αμερικάνος, οπότε χάνει την ευκαιρία να πάει στον παράδεισο.
Στη συνέχεια ήταν σειρά του Ινδού.
- Τί θα έχεις για ασπίδα;, τον ρωτάει ο διάβολος.
- Τίποτα, λέει ο Ινδός. Έκανα πενήντα χρόνια γιόγκα και δε νιώθω καθόλου πόνο!
Στο πρώτο χτύπημα ο Ινδός ήταν ατάραχος. Στο δεύτερο έκανε κάποιους μορφασμούς και στο τρίτο χτύπημα λίγο περισσότερους. Αλλά δεν έβγαλε κουβέντα από το στόμα του!
- Να πάρει, λέει ο διάβολος, πρώτη φορά αντέχει κάποιος τρία χτυπήματα. Λοιπόν, είσαι ελεύθερος
να πας στον παράδεισο. Το αξίζεις.
- Όχι, λέει ο Ινδός. Θέλω να μείνω και να δω. Σε όλα τα ανέκδοτα ο Έλληνας τη βγάζει καθαρή. Θέλω να δω τώρα πώς θα ξεμπερδέψει!
- Εντάξει, μείνε να βλέπεις, του λέει ο διάβολος.
Έρχεται λοιπόν η σειρά του Έλληνα και τον ρωτάει:
- Εσύ τί θα χρησιμοποιήσεις για ασπίδα;
Και απαντάει ο Έλληνας:
- Τον Ινδό!
Στον πόλεμο
Ήταν ο Σάκης και ο Τάκης στο Δεύτερο Παγκόσμιο και πολεμούσαν στο πλευρό των συμμάχων ,όταν ξαφνικά κάνουν ένα blitzkrieg οι Γερμανοί και πάνε να καταλάβουν ένα οπλοστάσιο.
Όλοι οι στρατιώτες βρίσκονται σε ετοιμότητα για αντεπίθεση, περιμένοντας την εντολή από τον αξιωματικό, ο οποίος όμως μένει άπρακτος και λέει "Παιδιά δεν πειράζει , όπλα είναι , δεν έγινε τίποτα".
Μετά από λίγη ώρα δεύτερη επίθεση οι Γερμανοί , αυτή τη φορά με στόχο μια αποθήκη με προμήθειες.
Πάλι τα ίδια , περιμένουν οι στρατιώτες την εντολή για άμεση αντεπίθεση, πάλι ο αξιωματικός όμως λέει "Παιδιά εντάξει , δεν τρέχει κάτι, προμήθειες είναι , βρίσκονται".
Μετά από λίγη ώρα οι Γερμανοί για να ρίξουν το ηθικό των στρατιωτών , ετοιμάζονται να επιτεθούν σε ένα μικρό μουσείο μέσα στο οποίο ήταν κάτι αγγεία , κάτι κιούπια και κάτι πιάτα , όλα φτιαγμένα σε αρχαϊκή εποχή , με λάσπη.
Οπότε οι στρατιώτες δεν ενδιαφέρονταν πολύ για αυτή την επίθεση.
Ξαφνικά όμως αρχίζει ο αξιωματικός τις φωνές "ΑΜΕΣΩΣ ΕΤΟΙΜΑΣΤΕ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ !! ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΞΙΑ ΜΕΡΙΑ ΤΑ ΚΑΝΟΝΙΑ ! ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΟΙ ΟΛΜΟΙ ! ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΑ ΤΑΝΚΣ ! ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΛΥΣΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ"
Απορημένος ο Τάκης γυρνάει στο Σάκη :
- "Καλά ρε τι κάνει έτσι αυτός ; Τόση ώρα δεν τον ένοιαζε και τώρα τον πήρε ο πόνος για τα αγγεία και τα ρέστα ;"
- "Ε ρε φίλε είναι λογικό"
- "Γιατί είναι λογικό ;"
- "Αφού είναι ο εχθρός προ των πηλών."
Όλοι οι στρατιώτες βρίσκονται σε ετοιμότητα για αντεπίθεση, περιμένοντας την εντολή από τον αξιωματικό, ο οποίος όμως μένει άπρακτος και λέει "Παιδιά δεν πειράζει , όπλα είναι , δεν έγινε τίποτα".
Μετά από λίγη ώρα δεύτερη επίθεση οι Γερμανοί , αυτή τη φορά με στόχο μια αποθήκη με προμήθειες.
Πάλι τα ίδια , περιμένουν οι στρατιώτες την εντολή για άμεση αντεπίθεση, πάλι ο αξιωματικός όμως λέει "Παιδιά εντάξει , δεν τρέχει κάτι, προμήθειες είναι , βρίσκονται".
Μετά από λίγη ώρα οι Γερμανοί για να ρίξουν το ηθικό των στρατιωτών , ετοιμάζονται να επιτεθούν σε ένα μικρό μουσείο μέσα στο οποίο ήταν κάτι αγγεία , κάτι κιούπια και κάτι πιάτα , όλα φτιαγμένα σε αρχαϊκή εποχή , με λάσπη.
Οπότε οι στρατιώτες δεν ενδιαφέρονταν πολύ για αυτή την επίθεση.
Ξαφνικά όμως αρχίζει ο αξιωματικός τις φωνές "ΑΜΕΣΩΣ ΕΤΟΙΜΑΣΤΕ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ !! ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΞΙΑ ΜΕΡΙΑ ΤΑ ΚΑΝΟΝΙΑ ! ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΟΙ ΟΛΜΟΙ ! ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΑ ΤΑΝΚΣ ! ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΛΥΣΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ"
Απορημένος ο Τάκης γυρνάει στο Σάκη :
- "Καλά ρε τι κάνει έτσι αυτός ; Τόση ώρα δεν τον ένοιαζε και τώρα τον πήρε ο πόνος για τα αγγεία και τα ρέστα ;"
- "Ε ρε φίλε είναι λογικό"
- "Γιατί είναι λογικό ;"
- "Αφού είναι ο εχθρός προ των πηλών."
Μπιλιάρδο
Είναι βράδυ και το ζευγάρι μόλις έχει κάνει έρωτα και χαλαρώνει.
Η γυναίκα λέει στον άντρα της:
- Πεινάω, τι θα έλεγες για κανένα σουβλάκι?
- Και γω πεινάω, λέει ο άντρας, θα πεταχτώ να πάρω από τον κυρ
Μήτσο.
Μια και δυο, φοράει πρόχειρα κάποια ρούχα και ξεκινά για το
σουβλατζίδικο.
Την ώρα που ετοιμαζόταν να μπει στο αμάξι του, σταματάει δίπλα του ένα
αυτοκίνητο και βγαίνει από μέσα μια κουκλάρα - δίμετρη - ξανθιά - η
φαντασίωση
κάθε άντρα - κλπ και λέει:
Σας παρακαλώ, μήπως ξέρετε πως θα πάω στην οδό ΤΑΔΕ 15?
Κόκαλο ο τύπος της ψελλίζει:
- Θα πάτε ίσια, δύο στενά μετά δεξιά και στο τρίτο αριστερά.
Η κούκλα:
- Αχ, δεν μπορώ να προσανατολιστώ εύκολα τη νύχτα,
σας παρακαλώ μπορείτε να με πάτε, θα σας ήμουν υπόχρεη.
Αν και ο δρόμος δεν είχε καμιά σχέση με το σουβλατζίδικο,
δέχτηκε (χωρίς πολλά-πολλά) να την εξυπηρετήσει.
Φτάνοντας στην οδό ΤΑΔΕ 15 του λέει η κούκλα:
- Ξέρετε, είναι μερικές μέρες που έχω μετακομίσει εδώ
και δεν βρίσκω εύκολα το σπίτι τα βράδια. Σας ευχαριστώ
πάρα πολύ για την εξυπηρέτηση, θα ήθελα να έρθετε πάνω
να σας κεράσω κάτι, οπωσδήποτε.
- Όχι, ε εευχαριστώ, είναι αργά μια άλλη φορά ίσως, είπε
ο τύπος.
- Όχι, επιμένω να έρθετε, είπε αυτή.
Με τα πολλά ανεβαίνουν επάνω, το σπίτι ήταν τεράστιο
και όμορφο και η κοπέλα του προτείνει να βάλει κάτι να
πιει μέχρι "να φορέσει κάτι πιο άνετο!!"
Ο τύπος δεν κατάλαβε πότε έβαλε το ποτό να πιει, πότε
είδε την τύπισσα να εμφανίζεται σας θεά, πότε βρέθηκαν
στο κρεβάτι για τα ακατονόμαστα...
Κάποια στιγμή, μέσα από την γλυκιά χαύνωση, άνοιξε το μάτι
του και είδε από το παράθυρο να μπαίνει το πρώτο φως της ημέρας
(τον είχε πάρει ο ύπνος). "ΩΧ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ", είπε και έφυγε
τρέχοντας ψάχνοντας για μια ΚΑΛΗ δικαιολογία.
Στον δρόμο της επιστροφής, έκανε παράκαμψη και μπήκε σε ένα
χαρτοπωλείο και αγόρασε ένα τεμπεσίρι με το οποίο και έτριψε
τα χέρια του.
Φτάνοντας στο σπίτι βρήκε την γυναίκα του να ωρύεται.
- Που ήσουνα βρε παλιοτόμαρο, που στο διάολο πήγες
παλιοαλήτη, πες μου, που κοπροσκύλιαζες όλο το βράδυ
και πήγα να τρελαθώ!
- Που να στα λέω, δεν θα το πιστέψεις αγάπη μου. Την ώρα
που έφυγα από εδώ και πριν μπω στο αμάξι, σταματά ένα
αυτοκίνητο δίπλα μου και κατεβαίνει μία θεογκόμενα που
με ρώτησε για κάποια οδό. Της είπα πως ακριβώς θα πάει
μα δεν κατάλαβε και με παρακάλεσε να την συνοδεύσω
μέχρι εκεί για να μην χαθεί.
- Και μετά, τι έγινε?
ρώτησε η γυναίκα του, διατηρώντας κάποια αμφιβολία για τα
λεγόμενα του άντρα της.
- Την συνόδευσα μέχρι το σπίτι της και μου ζήτησε να
ανέβω επάνω για ένα ποτό για να με ευχαριστήσει.
Δέχτηκα και την ώρα που έπινα το ποτό μου αυτή πήγε να
αλλάξει και γύρισε με ένα ημιδιάφανο ρούχο και μου την
έπεσε, εγώ δεν μπορούσα να αντισταθώ και βρεθήκαμε στο
κρεβάτι να κάνουμε έρωτα, μετά με πήρε ο ύπνος... Έτσι έγιναν τα
πράγματα
γλυκιά μου και γι αυτό άργησα.
- Βρε αλήτη, είπε η γυναίκα του, θες να πιστέψω αυτές
τις μαλακίες που μου λες? Για να δω τα χέρια σου!
- Ορίστε κάνει αυτός...
- Α ρε χαμένο κορμί, όλο ψέματα μου λες, πάλι για μπιλιάρδο είχες
πάει...
Η γυναίκα λέει στον άντρα της:
- Πεινάω, τι θα έλεγες για κανένα σουβλάκι?
- Και γω πεινάω, λέει ο άντρας, θα πεταχτώ να πάρω από τον κυρ
Μήτσο.
Μια και δυο, φοράει πρόχειρα κάποια ρούχα και ξεκινά για το
σουβλατζίδικο.
Την ώρα που ετοιμαζόταν να μπει στο αμάξι του, σταματάει δίπλα του ένα
αυτοκίνητο και βγαίνει από μέσα μια κουκλάρα - δίμετρη - ξανθιά - η
φαντασίωση
κάθε άντρα - κλπ και λέει:
Σας παρακαλώ, μήπως ξέρετε πως θα πάω στην οδό ΤΑΔΕ 15?
Κόκαλο ο τύπος της ψελλίζει:
- Θα πάτε ίσια, δύο στενά μετά δεξιά και στο τρίτο αριστερά.
Η κούκλα:
- Αχ, δεν μπορώ να προσανατολιστώ εύκολα τη νύχτα,
σας παρακαλώ μπορείτε να με πάτε, θα σας ήμουν υπόχρεη.
Αν και ο δρόμος δεν είχε καμιά σχέση με το σουβλατζίδικο,
δέχτηκε (χωρίς πολλά-πολλά) να την εξυπηρετήσει.
Φτάνοντας στην οδό ΤΑΔΕ 15 του λέει η κούκλα:
- Ξέρετε, είναι μερικές μέρες που έχω μετακομίσει εδώ
και δεν βρίσκω εύκολα το σπίτι τα βράδια. Σας ευχαριστώ
πάρα πολύ για την εξυπηρέτηση, θα ήθελα να έρθετε πάνω
να σας κεράσω κάτι, οπωσδήποτε.
- Όχι, ε εευχαριστώ, είναι αργά μια άλλη φορά ίσως, είπε
ο τύπος.
- Όχι, επιμένω να έρθετε, είπε αυτή.
Με τα πολλά ανεβαίνουν επάνω, το σπίτι ήταν τεράστιο
και όμορφο και η κοπέλα του προτείνει να βάλει κάτι να
πιει μέχρι "να φορέσει κάτι πιο άνετο!!"
Ο τύπος δεν κατάλαβε πότε έβαλε το ποτό να πιει, πότε
είδε την τύπισσα να εμφανίζεται σας θεά, πότε βρέθηκαν
στο κρεβάτι για τα ακατονόμαστα...
Κάποια στιγμή, μέσα από την γλυκιά χαύνωση, άνοιξε το μάτι
του και είδε από το παράθυρο να μπαίνει το πρώτο φως της ημέρας
(τον είχε πάρει ο ύπνος). "ΩΧ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ", είπε και έφυγε
τρέχοντας ψάχνοντας για μια ΚΑΛΗ δικαιολογία.
Στον δρόμο της επιστροφής, έκανε παράκαμψη και μπήκε σε ένα
χαρτοπωλείο και αγόρασε ένα τεμπεσίρι με το οποίο και έτριψε
τα χέρια του.
Φτάνοντας στο σπίτι βρήκε την γυναίκα του να ωρύεται.
- Που ήσουνα βρε παλιοτόμαρο, που στο διάολο πήγες
παλιοαλήτη, πες μου, που κοπροσκύλιαζες όλο το βράδυ
και πήγα να τρελαθώ!
- Που να στα λέω, δεν θα το πιστέψεις αγάπη μου. Την ώρα
που έφυγα από εδώ και πριν μπω στο αμάξι, σταματά ένα
αυτοκίνητο δίπλα μου και κατεβαίνει μία θεογκόμενα που
με ρώτησε για κάποια οδό. Της είπα πως ακριβώς θα πάει
μα δεν κατάλαβε και με παρακάλεσε να την συνοδεύσω
μέχρι εκεί για να μην χαθεί.
- Και μετά, τι έγινε?
ρώτησε η γυναίκα του, διατηρώντας κάποια αμφιβολία για τα
λεγόμενα του άντρα της.
- Την συνόδευσα μέχρι το σπίτι της και μου ζήτησε να
ανέβω επάνω για ένα ποτό για να με ευχαριστήσει.
Δέχτηκα και την ώρα που έπινα το ποτό μου αυτή πήγε να
αλλάξει και γύρισε με ένα ημιδιάφανο ρούχο και μου την
έπεσε, εγώ δεν μπορούσα να αντισταθώ και βρεθήκαμε στο
κρεβάτι να κάνουμε έρωτα, μετά με πήρε ο ύπνος... Έτσι έγιναν τα
πράγματα
γλυκιά μου και γι αυτό άργησα.
- Βρε αλήτη, είπε η γυναίκα του, θες να πιστέψω αυτές
τις μαλακίες που μου λες? Για να δω τα χέρια σου!
- Ορίστε κάνει αυτός...
- Α ρε χαμένο κορμί, όλο ψέματα μου λες, πάλι για μπιλιάρδο είχες
πάει...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)